Με «κομμένη την ανάσα» οικονομία και καταναλωτές

Η Ελλάδα άγγιξε και ξεπερνά τα όρια και τις αντοχές της οικονομίας. Βρίσκεται κάτω από συνεχή πίεση εδώ και οκτώ χρόνια και φυσικά δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της αναγκαίας αλλά και απαιτούμενης ανάπτυξης.

Δεν μπορεί να βγει από τον θανατηφόρο κύκλο της αδράνειας με άμεσο θύμα την ίδια την κοινωνία.

Τόσο η μεσαία τάξη όσο και οι πιο αδύνατες ομάδες του πληθυσμού «στενάζουν» από το βάρος των μέτρων και αναμένουν χωρίς πολλές ελπίδες καλύτερες… ημέρες. Το «μαρτύριο» της συνεχούς προσαρμογής και της αύξησης των βαρών δεν φαίνεται να τελειώνει στο ορατό μέλλον.

Οι δανειστές με αιχμή τον ΟΟΣΑ αυτήν τη φορά ζητούν νέο πακέτο μνημονιακών μέτρων και διαρκή εποπτεία για τα επόμενα πολλά χρόνια. Στο στόχαστρο και πάλι μισθοί, συντάξεις, Δημόσιο, ασφαλιστικό και φορολογικό.

Σε μια χώρα που απλώς δεν… αντέχει. Τη διαπίστωση αυτή δεν την κάνουν πλέον τα συνδικάτα ή τα αριστερά κόμματα.

Τι λέει, όμως, με απλά λόγια ο ΟΟΣΑ διά στόματος κ. Άνχελ Γκουρία στον ίδιο τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα;

Κατά 40% του ΑΕΠ θα μειωθεί το χρέος έως το 2060 (στο πιο καλό σενάριο) λόγω της συνεισφοράς των δανειστών, ενώ μείωση κατά ακόμη 40% του ΑΕΠ συστήνεται να παρέχει ένα πρόσθετο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που θα πρέπει να θεσπίσει η Ελλάδα και θα αφορά στις αγορές αλλά και σε ασφαλιστικό, φορολογικό καθώς και κοινωνική πολιτική.

​Η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις ύψους 10 δισ. ευρώ έως το 2040, αλλά και να διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα 2,2% του ΑΕΠ από το 2025 μέχρι και το 2060Επιπλέον, η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις ύψους 10 δισ. ευρώ έως το 2040, αλλά και να διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα 2,2% του ΑΕΠ από το 2025 μέχρι και το 2060. Και, βεβαίως, να εφαρμόσει πλήρως τις μνημνονιακές δεσμεύσεις χωρίς πισωγυρίσματα…

Ο λόγος για τα σενάρια βιωσιμότητας χρέους και για την ποσοτικοποίηση της πιθανής πορείας του στο μέλλον που συνοδεύουν την έκθεση για την Ελλάδα που δόθηκε στη δημοσιότητα και παρουσιάστηκε από τον επικεφαλής του Οργανισμού Γκουρία από κοινού με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα.

Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι για να καταστεί το χρέος βιώσιμο τις επόμενες δεκαετίες τα «βάρη» που θα πρέπει να σηκώσει η Ελλάδα είναι στην πράξη πολύ υψηλότερα από αυτά που θα παράσχουν οι δανειστές της χώρας στη διαπραγμάτευση για παρεμβάσεις απομείωσης του χρέους, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη. Με τις «επίσημες» εκθέσεις βιωσιμότητας των δανειστών να αναμένονται τις επόμενες εβδομάδες ο ΟΟΣΑ στη δική του έκθεση δίνει μία… πρόγευση των δεδομένων που θα ακολουθούν την Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.

Η χώρα, όμως, δεν έχει άλλα περιθώρια. Ο ασθενής (οικονομία) έχει αρχίσει από το 2017 να μην ανταποκρίνεται. Να μην αποδίδει. Και δεν αναφέρεται κάποιος μόνο στο φαινόμενο όλο και περισσότεροι πολίτες και επιχειρήσεις να «παρατάνε» τα χρέη, καθιστώντας τα ληξιπρόθεσμα.

Στα δικά τους τραγικά κι ανάλογα συμπεράσματα καταλήγουν τόσο το ΙΟΒΕ όσο και ο ΣΕΒ, καθώς η κρίση σαρώνει τους πάντες.

Οι τραγικές διαπιστώσεις του ΙΟΒΕ

Επτά στους 10 Έλληνες καταναλωτές δηλώνουν ότι «μόλις τα βγάζουν πέρα», σύμφωνα με την Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για τον Απρίλιο, με το εν λόγω ποσοστό μάλιστα να σημειώνει αύξηση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα (από το 67% στο 70%).

Αν και καταγράφεται ανάκαμψη του οικονομικού κλίματος τον Απρίλιο, βελτίωση στις προβλέψεις για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών και υποχώρηση του ποσοστού που δηλώνει ότι «έχει χρεωθεί» (από 15% στο 9%), οι Έλληνες καταναλωτές παραμένουν για άλλον έναν μήνα οι πλέον απαισιόδοξοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το 63% εξ αυτών να ετοιμάζεται για «πολύ λιγότερες» σημαντικές αγορές μέσα στον επόμενο χρόνο.

Το ΙΟΒΕ, εν τω μεταξύ, κρίνει ως κρίσιμης σημασίας τις συνθήκες που θα διαμορφωθούν μετά το μνημόνιο.

Οι «αγωνίες» του ΣΕΒ

Ο ΣΕΒ επισημαίνει ότι η Ελλάδα «στο κλείσιμο του 8ετούς μνημονιακού κύκλου, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σημαντική πρόκληση: την αποκατάσταση του σημαντικού επενδυτικού κενού, ύψους 100 δισ. ευρώ, που αφήνει πίσω της η μακροχρόνια κρίση και ύφεση».

Όπως επισημαίνει, εμπόδια σε αυτήν την πρόκληση «αποτελούν η χαμηλή μη μισθολογική ανταγωνιστικότητα (λόγω υπερβολικής επιβάρυνσης με φόρους και εισφορές της εργασίας), η δύσκολη και ακριβή πρόσβαση σε χρηματοδότηση (ειδικά για τις ΜμΕ), τα πολλά εμπόδια στο επιχειρηματικό περιβάλλον και οι υψηλοί φόροι παντού. Το πρόβλημα της υπερφορολόγησης κατέδειξαν και οι πρόσφατες έρευνες του ΟΟΣΑ και των Διανέοσις – ΙΟΒΕ».

Παράλληλα, στο τελευταίο δελτίο του ο ΣΕΒ καταγράφει «τη μεγάλη έκταση των ακραίων φορολογικών επιβαρύνσεων που κρατούν καθηλωμένη την ελληνική οργανωμένη και νομοταγή επιχειρηματικότητα καθώς και την ελληνική παραγωγική εργασία, εμποδίζοντας τον αναγκαίο μετασχηματισμό της οικονομίας και διατυπώνει τις προτάσεις της επιχειρηματικής κοινότητας, όπως επιβεβαιώθηκαν και στο πρόσφατο Επενδυτικό Συνέδριο του ΣΕΒ».