Η ψυχαναλυτική θεωρία της επιθετικότητας του Sigmund Freud

Ο Sigmund Freud, επηρεασμένος από το έργο του Δαρβίνου, υιοθέτησε, μεταξύ άλλων ιδεών, και την ιδέα της συνέχειας μεταξύ των ζώων και των ανθρώπων.


Ο άνθρωπος, όπως και τα ζώα, ενεργεί με βάση τα ένστικτα του. Διετύπωσε ότι η κινητήρια δύναμη στον άνθρωπο είναι οι ορμές, οι οποίες ωθούν τον άνθρωπο να ικανοποιήσει τις βιολογικές του ανάγκες. Οι ορμές δηλαδή, τα ένστικτα του ανθρώπου, δρουν ασυνείδητα. Επομένως, οι συνειδητές επιθυμίες του είναι τεκμήρια της λογικής σκέψης του και δεν υποσκελίζονται από τις πρωτόγονες ορμές που κυριαρχούν στο ασυνείδητο.

Από τις πρώτες ημέρες της ψυχανάλυσης ο Freud αναγνώρισε την κλινική σημασία των επιθετικών παρορμήσεων του ατόμου προς τα εξωτερικά αντικείμενα. Αλλά τη στιγμή που ταξινόμησε τα ένστικτα σε δύο κατηγορίες, το σεξουαλικό ένστικτο και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, οι επιθετικές παρορμήσεις θεωρήθηκαν ως σαδιστικά συστατικά του σεξουαλικού ενστίκτου.

Στο έργο του «Three Essays on the Theory of Sexuality» (1905) ο Freud δεν ήταν ικανοποιημένος με αυτή την εξήγηση για την προέλευση της επιθετικότητας και το 1909 πρότεινε ότι τόσο το σεξουαλικό όσο και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είχαν τη δύναμη να καταστούν επιθετικά. Η επιθετική συνιστώσα των ενστίκτων θεωρήθηκε ότι κατά κάποιο τρόπο συνδέεται με την ανάγκη για απόκτηση κυριαρχίας πάνω στον εξωτερικό κόσμο.

Στο «Instincts and their Vicissitudes» (1915), ο Freud κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιθετικότητα δεν θα μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί ως λιμπιντική ώθηση και διετύπωσε ότι προέρχεται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Στο «Beyond the Pleasure Principle» (1920), όταν ο Freud αναταξινόμησε τα ένστικτα, τόσο το σεξουαλικό όσο και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, έχουν τεθεί κάτω από το ένστικτο της ζωής και η επιθετικότητα δεν θεωρήθηκε ότι προέρχεται από τα αυτοσυντηρητικά ένστικτα, αλλά τώρα πια προβαλλόταν προς τα έξω ως κατευθυνόμενη εκδήλωση του ενστίκτου του θανάτου. Ο Freud τόνισε ότι η επιθετικότητα μπορεί να μελετηθεί μόνο μέσα από την ανάμειξή της με τη λίμπιντο, έτσι ώστε οι έννοιες της «συγχώνευσης» και της «εκτόνωσης» να αποκτήσουν σημασία.

Το επόμενο βήμα στην έρευνα του Freud για την προέλευση της επιθετικότητας ήρθε το 1915, όταν απέρριψε την ιδέα ότι η επιθετικότητα είναι μια λιμπιντική ώθηση. Στο «Instincts and their Vicissitudes» συζητά την πολικότητα της αγάπης (στοργής) και του μίσους (επιθετικότητα), που αργότερα το συνέκρινε με την πολικότητα μεταξύ των ενστίκτων ζωής και θανάτου, αναγνωρίζοντας και ο ίδιος την πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ αγάπης και μίσους. Δηλώνει ότι το μίσος είναι αρχαιότερο από την αγάπη, που προκύπτει από μια διαφορετική, δηλαδή μη λιμπιντική πηγή και προτείνει ότι αυτή η πηγή του είναι τα ένστικτα της αυτοσυντήρησης.

Το μίσος ήταν αρχικά η αντίδραση του Εγώ στον εξωτερικό κόσμο, με την ανεπιθύμητη εισροή του ερεθίσματος, έτσι ώστε κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους «τα σεξουαλικά και τα ένστικτα του Εγώ μπορούν εύκολα να αναπτύξουν μια αντίθεση που επαναλαμβάνει αυτή της αγάπης και του μίσους».

Ωστόσο, ως αποτέλεσμα της δουλειάς του στο ναρκισσισμό, ο Freud είχε ήδη αναρωτηθεί σε αυτή τη μελέτη, αν η διάκριση μεταξύ των λιμπιντικών ένστικτων και του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, του Εγώ δηλαδή, μπορούσε να γίνει πια δεκτή πια. Πράγματι, σε μια επιπρόσθετη μελέτη των «Three Essays on the Theory of Sexuality», ο ίδιος παρατήρησε ότι η προέλευση της επιθετικότητας δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί.

Η νέα κατανόηση του τρόπου με τον οποίο εχθρικές, καταστροφικές τάσεις, που αρχικά κατευθύνονται προς τα εξωτερικά αντικείμενα, γυρίζουν πίσω στον εαυτό και μετουσιώνονται σε μελαγχολία («Mourning and Melancholia», 1915), δημιούργησε δυσκολίες στη μακρόχρονη διατήρηση της άποψης ότι η επιθετικότητα έχει την προέλευση της στα αυτοσυντηρητικά ένστικτα, διότι πλέον η επιθετικότητα δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί απλά ως παρόρμηση για κυριαρχία πάνω στον εξωτερικό κόσμο.

Το επόμενο βήμα έγινε το 1920, όταν με μια ριζική αναθεώρηση αυτής της θεωρίας, ο Freud ενέταξε τόσο το σεξουαλικό όσο και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης κάτω από το «Eros» – το ένστικτο της ζωής – και έθεσε ως αξίωμα την ύπαρξη του ενστίκτου του θανάτου, σε αντίθεση με τον Έρωτα. Η επιθετικότητα δεν θεωρείται πλέον ότι έχει τις ρίζες της στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, αλλά στο ένστικτο του θανάτου και ο Freud συνέκρινε την πολικότητα της αγάπης (στοργής) και του μίσους (επιθετικότητα) με την πολικότητα για των ενστίκτων ζωής και θανάτου.

Το ένστικτο του θανάτου αποσκοπεί στο να αποκαταστήσει τον οργανισμό στην κατάσταση της ανόργανης ύλης που υπήρχε πριν προκύψει η ζωή. «Η κυρίαρχη τάση της ψυχικής ζωής … είναι η προσπάθεια να μειώσει, να κρατήσει σταθερό ή να αφαιρέσει την εσωτερική ένταση που οφείλεται στα ερεθίσματα (η αρχή της νιρβάνα) – μια τάση που εκφράζεται με την αρχή της ηδονής. Και η αναγνώριση μας για αυτό το γεγονός είναι ένας από τους ισχυρότερους λόγους μας για την πίστη στην ύπαρξη των ενστίκτων του θανάτου».

Στο «Beyond the Pleasure Principle», το έργο του Freud αφορούσε κυρίως τη λειτουργία του ενστίκτου του θανάτου μέσα στον οργανισμό, αλλά σε μεταγενέστερες μελέτες στρέφει την προσοχή του στον τρόπο με τον οποίο τα ένστικτα του θανάτου κατευθύνονται προς τα έξω, γίνονται εκφράσεις καταστροφικών ή επιθετικών παρορμήσεων. Δήλωσε ότι τα ένστικτα του έρωτα και του θανάτου είναι παρόντα μόνο σε διάφορα μείγματα ή συγχωνεύσεις αν και η εκτόνωση μπορεί να συμβεί κάτω από ορισμένες συνθήκες. Αυτό το θέμα αναδύεται στο «Εγώ και το Αυτό» (1923), όπου δηλώνει ότι η έννοια της συγχώνευσης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση. Το ένστικτο του θανάτου εκφράζεται εν μέρει ως ένστικτο της καταστροφής, κατευθυνόμενο έναντι του εξωτερικού κόσμου και άλλων οργανισμών.

Λίγο μετά τη διατύπωση της θεωρίας του ενστίκτου το 1920, ο Freud το 1923 εισάγει τις διαρθρωτικές ιδέες του και τις διατάξεις που αφορούν τη επιθετικότητα, επιτρεπόμενη μέσα από τη νέα κατανόηση της διαδικασίας σχηματισμού του Υπερεγώ. Όταν το Υπερεγώ έχει συσταθεί, είναι προικισμένο με το μέρος της επιθετικότητας του παιδιού, η οποία, λόγω της αγάπης του για τους γονείς του, δεν μπορεί να την κατευθύνει εναντίον των γονέων του, οι οποίοι του ανακόπτουν τις ενστικτώδεις επιθυμίες του. Οι εσωτερικευμένοι γονείς γίνονται το Υπερεγώ, αλλά η αυστηρότητα του Υπερεγώ δεν αντιστοιχεί στη αυστηρότητα των γονέων, αλλά στο ποσό της επιθετικότητας του παιδιού απέναντί ​​τους. Οι ταυτίσεις που συμβαίνουν στο σχηματισμό του Υπερεγώ, περιλαμβάνουν μια ενστικτώδη εκτόνωση, έτσι ώστε οι απελευθερωμένες καταστροφικές παρορμήσεις προστίθενται στην αυστηρότητα του Υπερεγώ.

Τέλος στο «Civilization and its Discontents» (1930), ο Freud σημείωσε ότι η αναλυτική βιβλιογραφία δείχνει μια προτίμηση στην ιδέα ότι κάθε είδος απογοήτευσης, οδηγεί σε όξυνση του αισθήματος της ενοχής. Αλλά λέει ότι αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται μόνο στα επιθετικά ένστικτα, δεδομένου ότι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τα δυναμικά και τα οικονομικά αίτια για την αύξηση του αισθήματος ενοχής που εμφανίζεται στη θέση των ανεκπλήρωτων ερωτικών απαιτήσεων. «Όταν μια ενστικτώδης τάση υφίσταται καταπίεση, τα λιμπιντικά του στοιχεία μετατρέπονται σε συμπτώματα και η επιθετική συνιστώσα της σε μια αίσθηση ενοχής».

Πηγή: www.psychologynow.gr