Το φαινόμενο της μεταβίβασης στην ψυχοθεραπεία και την καθημερινότητα

Μέσα σε μια θεραπευτική σχέση οι άνθρωποι ενδέχεται να προβάλουν επιθυμίες, στάσεις και συναισθήματα που έχουν για ένα σημαντικό πρόσωπο της ζωής τους επάνω στο πρόσωπο του θεραπευτή. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται μεταβίβαση. Έπειτα από την μεταβίβαση το άτομο αναμένεται να συμπεριφερθεί σύμφωνα με αυτό που πρόβαλε. Η μεταβίβαση είναι ως επί το πλείστον ασυνείδητη και μπορεί να συμβεί επανειλημμένα κατά την διάρκεια των συνεδρίων.

Ο όρος μεταβίβαση προέρχεται από την ψυχανάλυση. Η ψυχαναλυτική σχολή σκέψης υποστηρίζει πως ο θεραπευτής, λειτουργώντας αντικειμενικά και όσο το δυνατόν λιγότερο παρεμβατικά, γίνεται το λευκό πανί του κινηματογράφου, πάνω στο οποίο το άτομο θα προβάλει την ιστορία του. Γι’ αυτό, άλλωστε, και το ντιβάνι τοποθετείτο αντικριστά του θεραπευτή στην παραδοσιακή ψυχανάλυση. Ο θεραπευόμενος πρέπει να είναι όσον το δυνατόν περισσότερο ελεύθερος να μιλήσει χωρίς αυτο-λογοκρισία.

Ωστόσο, παρά την ψυχαναλυτική προέλευση του όρου, η μεταβίβαση συμβαίνει γενικώς στην ψυχοθεραπεία, ακόμη κι αν ο ψυχοθεραπευτής δεν είναι αποκλειστικά της ψυχαναλυτικής σχολής. Μπορεί, επίσης, να συμβεί τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιά.

Όσον αφορά το περιεχόμενο της μεταβίβασης, τώρα, αυτό μπορεί να είναι είτε θετικό είτε αρνητικό. Για παράδειγμα, το άτομο μπορεί να προβάλλει πάνω στον θεραπευτή του ένα εξιδανικευμένο πατρικό πρότυπο. Αν πρόκειται για γυναίκα ψυχοθεραπεύτρια, τότε το πρότυπο είναι πιθανόν να αφορά την μητέρα. Έτσι, το άτομο ενδέχεται να αναμένει από τον θεραπευτή του πως θα τον προστατέψει, θα του φερθεί στοργικά και θα καλύψει όλες τις ανάγκες του: Μόνο μαζί σου νιώθω τόσο άνετα και πιστεύω είσαι ο μόνος που νοιάζεται για μένα. Όταν είμαι εδώ δεν φοβάμαι.

Αντίστοιχα, σε ένα αρνητικό περιεχόμενο μεταβίβασης, το άτομο που βίωσε απόρριψη π.χ. από τον σύντροφό του μπορεί να προβάλει πάνω στον θεραπευτή αισθήματα ανασφάλειας και θυμού. Αυτό με την σειρά του μπορεί να το οδηγήσει σε αντιδραστική ή εχθρική συμπεριφορά απέναντί του: Εσύ κάθεσαι εδώ με κοιτάς και προσποιείσαι ότι νοιάζεσαι για μένα!.

Φυσικά, ευθύνη των θεραπευτών είναι να παραμείνουν αντικειμενικοί απέναντι στην μεταβίβαση. Ο σωστός ψυχοθεραπευτής έχει τα ματιά του ανοιχτά απέναντι σε αυτό το φαινόμενο και προσπαθεί να μην ενσαρκώσει τον ρόλο που του αποδίδει ο θεραπευόμενος. Στα παραδείγματα που αναφέραμε ο ψυχοθεραπευτής δεν πρέπει ούτε να κολακευτεί με τα λόγια του ατόμου υιοθετώντας τον ρόλο του προστάτη και του σωτήρα, αλλά ούτε και να επιδείξει θυμό ως απάντηση στην δεύτερη προβολή.

Αντίθετα, οι θεραπευτές φροντίζουν να βοηθήσουν το υποκείμενο να συνειδητοποιήσει την μεταβίβαση, να την κατανοήσει κι εν συνεχεία να αναλύσει μαζί του τους πραγματικούς λόγους που αυτή συμβαίνει. Μία ερώτηση, λόγου χάρη, που θα μπορούσε να κάνει ο θεραπευτής στο παράδειγμα με την προβολή της απόρριψης είναι: Αναρωτιέμαι αν θύμωσες μαζί μου επειδή νομίζεις πως μοιάζω τον σύντροφό σου.

Μεταβίβαση και στην καθημερινότητα

Το φαινόμενο της μεταβίβασης μπορεί όμως να συναντηθεί και στην καθημερινή αλληλεπίδραση με τους ανθρώπους. Μερικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι είναι πιθανόν οι καθημερινές μας αλληλεπιδράσεις να επηρεάζονται από το φαινόμενο της μεταβίβασης, εάν το πρόσωπο που έχουμε απέναντί μας μοιάζει με κάποιο σημαντικό του παρελθόντος. Είναι πιθανόν κάτι από την εξωτερική εμφάνιση του ατόμου ή ένα στοιχείο της συμπεριφοράς του να πυροδοτήσει ασυνείδητα αναμνήσεις. Με άλλα λόγια, η σύμπτωση των πληροφοριών ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν μπορεί να ενεργοποιήσει προηγούμενες αποθηκευμένες πληροφορίες, οι οποίες με την σειρά τους θα επηρεάσουν τον τρόπο συμπεριφοράς μας ή το συναίσθημα που νιώθουμε.

Γενικώς οι άνθρωποι ερμηνεύουμε τα συμβάντα της πραγματικότητας με βάση την αποθηκευμένη μας γνώση. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι ο άνθρωπος εκείνος με την στολή και το όπλο είναι ένας αστυνομικός και όχι απλώς κάποιος που κυκλοφορεί με ένα θανατηφόρο εργαλείο ντυμένος με μαύρα ρούχα. Η αποθηκευμένη γνώση μας βοηθά να ερμηνεύουμε τον κόσμο και να ρυθμίζουμε την σκέψη και την συμπεριφορά μας. Η ταύτιση ανάμεσα σε αυτό που έχουμε στην μνήμη μας και σε αυτό που αντικρίζουμε είναι μεγίστης σημασίας για να προσαρμοστούμε στην καθημερινότητα. Η κοινωνιογνωστική προσέγγιση υποστηρίζει πως οι άνθρωποι κατασκευάζουν την πραγματικότητα που ζουν μέσα από την κοινωνική αλληλεπίδραση και δίνει λοιπόν μια πιθανή νέα εξήγηση στο φαινόμενο της μεταβίβασης που είχε περιγραφεί από τον Φρόιντ.

 

Βιβλιογραφία:
Cervone D. & Pervin, L.A. (2013). ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ. Αθήνα: Gutenberg.
McLeod J (2003). Εισαγωγή στην συμβουλευτική. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Πηγή: www.maxmag.gr | Μαλλιοπούλου Ελευθερία